Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
Γυλακεύς
DGE
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
γυιαλκής
Γυίαλος
Γυιάλων
γυιαρκής
γυίζω
γυΐζω
γυιοβαρής
γυιοβόλος
γυιοβόρος
γυιοδάμας
γυιοδάμης
γυιόδαμος
γυιοδόνητος
γυιόκολλος
γυιοκόρος
γυῖον
γυιοπαγής
γυιοπέδα
γυιοπέδη
γυιός
Γυῖος
γυιοτακής
γυιοτόρος
γυιοτρομέω
γυιοῦχος
γυιοφθόρος
γυιόχαλκος
γυιόω
Γυίων
Γυλάκεια
Γυλακεύς
Γύλαξ
γυλάριον
γυλιαύχην
γύλινα
γυλιός
γύλιος
Γύλιππος
Γῦλις
γυλίσκος
γυλλάς
γύλλινα
γύλλιος
Γύλλις
Γυλλίς
γυλλίσκος
γυλλός
γυλομένος
Γύλων
γυμνάδδομαι
γυμνάζω
Γυμναῖοι
γυμνάς
γυμνασία
Γυμνασία
γυμνασιαρχέω
γυμνασιάρχης
γυμνασιαρχία
γυμνασιαρχικός
γυμνασιαρχίς
γυμνασίαρχος
…
Γυλακεύς
Save
DGE
Γυλακεύς
-έως, ὁ
gilaceo
ét. de Gilacea, St.Byz.s.u.
Γυλάκεια
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}