γυμνασιαρχίς
γυμνᾰσιαρχ-ίς, ίδος, ἡ, fem. of -άρχης, CIG 5132 (Cyren.), PAmh. 64.6 (ii A. D.).
1 mujer gimnasiarco como funcionaria en activo
προσεκρίθη τῇ πόλει παρὰ Θέωνος πεν[τ]ήκοντα τάλαντα καὶ ἐκ τῆς γυμνασιαρχίδος ἄλλα ... εἴκοσι
2 tít. honorífico gimnasiárquide, e.e. mujer de familia de gimnasiarcos
Κλ(αυδίας) ... αἰωνίω γυμνασιαρχίδος
Γυμνασιαρχὶς Ἀπ[ί]α