δίδαγμα
δίδαγμα, a lesson
Could not find Διδάλης in Logeion dictionaries.
Διδάλης Proper-name noun: masculine nominative singular of Διδάλης
- lesson, instruction, Hp. Fract. 1, Ar. Nu. 668, X. Eq. 9.10, Pl. Clit. 409b, Mosch. Fr. 2.7, etc.; χρόνος δ. ποικιλώτατον E. Fr. 291; evidence, proof, τινός Plu. Galb. 17.
1 enseñanza, lección
καὶ γὰρ ἄλλων ὀστέων ... δ. ὅδε ὁ λόγος ἐστίν
pues este discurso es también una lección sobre otros huesosδιδαγμάτων ἥδιστον εἰσηγήσατο
ὁ γὰρ χρόνος δ. ποικιλώτατον
παρὰ Μωυσέως δ. καὶ δόγμα
τὰ ἀλλήλων διδάγματα παραδέχεσθα[ι
τὰ τοῦ Χριστοῦ διδάγματα
Μουσῶν
δαιμόνων διδάγματα
τῶν ἀποστολικῶν διδαγμάτων ... μνήμην
2 enseñanza, prueba
μέγα δ. τοῦ μηδὲν ἄπρακτον εἶναι
- a lesson, Ar.