Δωτιάς Save DGE Bailly 2024 Δωτιάς -άδος, ἡ dotíade, ét. de Dotion βασιλεὺς χώρας τῆς Δωτιάδος S.Fr.492, Antim.85, A.R.Fr.10. Δωτιάς, άδος (ἡ) (s. e. χώρα) le territoire de Dôtion, Soph. (E. Byz.). Étym. Δώτιον.