ἕ
ἕ, v. οὗ.
ἕ pour *ϝε :
I acc. enclit. du pron. pers. de la 3e pers. (οὗ) lui ||
II pron. démonstr. :
1 acc. sg. masc. lui, Il. 3, 408 ; Od. 4, 355, etc. ; fém. elle, Od. 5, 353 ; neutre, Il. 1, 236 ||
2 acc. plur. fém. Hh. Ven. 267.
Étym. indo-europ. *se, *sue « se », v. οὗ.
ἕ, enklitisch, pron. 3. Person, s. οὗ ; ep. ἑέ, Il. 20.171, 24.134.
ἕ
ἑ
See ἑέ.
ἕ (οἱ, οἷ coni., ἱν coni., ἕ; pl. σφε q. v.: never used as a direct reflexive: v. Des Places, 21f.)
- 1 ἕ; acc. pers. pron.: him, her, it κλεινᾶς ἐξ Ὀπόεντος· αἰνήσαις ἓ καὶ υἱόν, ἃν Θέμις λέλογχεν O. 9.14 τυφλὸν δʼ ἔχει ἦτορ ὅμιλος ἀνδρῶν ὁ πλεῖστος. εἰ γὰρ ἦν ἓ τὰν ἀλάθειαν ἰδέμεν (Boeckh: ἑὰν codd.: ἐὰν Σγρ: “on peut garder lʼ ἑὰν des manuscrits,” Des Places, 25) N. 7.25
- 2 οἱ (οἷ cod. unus, Boeckh, οἱ cett. N. 1.61: οἷ coni. Boeckh, οἱ codd. P. 9.84: οἷ coni. Kayser, θεῷ codd. N. 10.31: οἱ (ϝοι) always follows a vowel, long or short, save in two dubious examples, following a relative conjunction, O. 1.57, fr. 169, 51: οἱ is correpted οἱ οὐδὲ N. 3.39, οἱ ἀντάυσε P. 4.197: the reference of οἱ must always be deduced from sense alone, but cf. iii: οἱ does not follow prepositions.)
- a = αὐτῷ, αὐτᾷ. — [(ἄταν), ἅν οἱ πατὴρ ὕπερ κρέμασε καρτερὸν αὐτῷ λίθον (Hermann, v. d. Mühll, M. H., 1954, 52: τάν οἱ codd. contra metr.: ἅν τοι Fennel) O. 1.57] τοὔνεκα προῆκαν υἱὸν ἀθάνατοι <οἱ> πάλιν μετὰ τὸ ταχύποτμον αὖτις ἀνέρων ἔθνος (Tricl.: οἱ προῆκαν codd.: to Tantalos) O. 1.65 τοῦτό γέ οἱ σαφέως μαρτυρήσω (for Hagesias) O. 6.20 ἔνθα οἱ ὤπασε θησαυρὸν δίδυμον μαντοσύνας (to lamos) O. 6.65 ἄνδρα τε πὺξ ἀρετὰν εὑρόντα. δίδοι τέ οἱ αἰδοίαν χάριν (to Diagoras) O. 7.89 ἀφίκοντο δέ οἱ ξένοι (to Opous. “datif dʼintérêt” Des Pl.) O. 9.67 δέξαι δέ οἱ στεφάνων ἐγκώμιον τεθμόν (from Xenophon) O. 13.29 κνώσσοντί οἱ παρθένος τόσα εἰπεῖν ἔδοξεν O. 13.71 ἄνευ οἱ Χαρίτων τέκεν γόνον (to Ixion: “datif dʼintérêt.” Des Pl.) P. 2.42 “ἐπί οἱ Κρονίων ἔκλαγξε βροντάν” (in answer for Euphamos) P. 4.23, cf. P. 4.197 ἦλθε δέ οἱ μάντευμα (to Pelias) P. 4.73 καί ῥά οἱ Μόψος ἄμβασε στρατὸν (at Jasonʼs bidding) P. 4.189 ἐκ νεφέων δέ οἱ ἀντάυσε (in answer to Jasonʼs prayer) P. 4.197 εὖ νιν ἔγνωκεν (sc. καιρὸν Δαμόφιλος) θεράπων δέ οἱ, οὐ δράστας ὀπαδεῖ (“οἱ se rapporte à καιρός — plutôt quʼà Damophile” Des Pl.) P. 4.287 ὁσία κλυτὰν χέρα οἱ προσενεγκεῖν; (upon Cyrene) P. 9.36 “ἵνα οἱ χθονὸς αἶσαν δωρήσεται” (to Cyrene) P. 9.56 τέκε οἱ καὶ Ζηνὶ μιγεῖσα (with Amphitryon: οἷ Boeckh, “sans doute parce que le pronom dépend ἀπὸ κοινοῦ de τέκε et surtout de μιγεῖσα” Des Pl.) P. 9.84 κατένευσέν τέ οἱ χαίταις (to Persephone) N. 1.14 ὤπασε δὲ Κρονίων πολέμου μναστῆρά οἱ χαλκεντέος λαὸν ἵππαιχμον (to Sicily) N. 1.16 παλίγγλωσσον δέ οἱ ἀθάνατοι ἀγγέλων ῥῆσιν θέσαν” (for Amphitryon: “éthique” Des Pl.) N. 1.58 ὁ δέ οἱ φράζε καὶ παντὶ στρατῷ N. 1.61 καί ποτε χαλκότοξον Ἀμαζόνων μετʼ ἀλκὰν ἕπετό οἱ N. 3.39 φύτευέ οἱ θάνατον (for Peleus) N. 4.59 κατένευσέν τέ οἱ (to Peleus) N. 5.34, cf. N. 1.14 Ζεὺς δʼ ἀντίος ἤλυθέ οἱ (to Polydeukes) N. 10.79 τοὺς Μεγάρα τέκε οἱ Κρεοντὶς υἱούς (Morel: οἱ τέκε codd.: to Herakles) I. 4.64, cf. P. 2.42 λάμβανέ οἱ στέφανον (for Pytheas: “datif dʼintérêt” Des Pl.) I. 5.62 εἰ γάρ τις πράσσει θεοδμάτους ἀρετὰς σύν τέ οἱ δαίμων φυτεύει δόξαν (σύν adverbially) I. 6.12, cf. N. 4.59 ταῦτʼ ἄρα οἱ φαμένῳ πέμψεν θεὸς αἰετόν I. 6.49 ἵνα οἱ κέχυται πιεῖν νε[ Pae. 15.8 Ὀλυμ]πόθεν δέ οἱ χρυσόρραπιν ὦρσεν Ἑρμᾶν[ (for Perseus) Δ. 4. 37.
- b where οἱ has to some extent possessive significance. λάμπει δέ οἱ κλέος O. 1.23 Ἐρινὺς ἔπεφνέ οἱ σὺν ἀλλαλοφονίᾳ γένος ἀρήιον (the family of Oidipous) O. 2.42 σάφα δαεὶς ἅ τέ οἱ πατέρων ὀρθαὶ φρένες ἐξ ἀγαθῶν ἔχρεον O. 7.91 ἃν Θέμις θυγάτηρ τέ οἱ σώτειρα λέλογχεν μεγαλόδοξος Εὐνομία O. 9.15 μάλα δέ οἱ θερμαίνει φιλότατι νόον (Boeckh: τοι codd.) O. 10.87 μηνός τέ οἱ τωὐτοῦ τρία ἔργα ποδαρκὴς ἁμέρα θῆκε κάλλιστʼ ἀμφὶ κόμαις O. 13.37 διασωπάσομαί οἱ μόρον ἐγώ O. 13.91 κελαινῶπιν δʼ ἐπί οἱ νεφέλαν ἀγκύλῳ κρατὶ κατέχευας (join ἐπὶ with κρατί) P. 1.7 οὔ οἱ μετέχω θράσεος P. 2.83 καί τί οἱ φίλτρον ἐν θυμῷ μελιγάρυες ὕμνοι ἁμέτεροι τίθεν P. 3.63 “χειρί οἱ χεῖρʼ ἀντερείσαις” P. 4. 37. “αἷμά οἱ κείναν λάβε ἄπειρον” P. 4.48 αἰσχύνοι δέ οἱ θαητὸν εἶδος P. 4.264 θεός τέ οἱ τὸ νῦν τε πρόφρων τελεῖ δύνασιν P. 5.117 πατροπάτωρ ἔνθα οἱ Σπαρτῶν ξένος κεῖτο P. 9.82 χρυσοστεφάνου δέ οἱ Ἥβας καρπὸν ἀνθήσαντʼ ἀποδρέψαι ἔθελον P. 9.109 εἶπε δʼ ἐν μέσσοις (sc. Ἀνταῖος) ἀπάγεσθαι, ὃς ἂν πρῶτος θορὼν ἀμφί οἱ ψαύσειε πέπλοις (ἀμφί adverbially) P. 9.120 γόνον τέ οἱ φέρτατον ἀτίταλλεν (“éthique-possessif” Des Pl.) N. 3.57 cf. γλυκεῖά οἱ καρδίαν ἀτάλλοισα γηροτρόφος συναορεῖ Ἐλπίς fr. 214. 1. ἐπεί οἱ τρεῖς ἀεθλοφόροι πρὸς ἄκρον ἀρετᾶς ἦλθον N. 6.23 ἐπεὶ ψεύδεσί οἱ ποτανᾷ τε μαχανᾷ σεμνὸν ἔπεστί τι (where οἱ may refer to Homer or Odysseus) N. 7.22 ἀτὰρ γένος αἰεὶ φέρει τοῦτό οἱ γέρας N. 7.40 Ζεῦ πάτερ, τῶν μὰν ἔραται φρενὶ σιγᾷ οἱ στόμα N. 10.29 ἀλλά οἱ παρά τε πυρὰν τάφον θʼ Ἑλικώνιαι παρθένοι στάν I. 8.57
- c where οἱ in a subordinate clause refers
- α to the subject of the principal verb. ἔπαθεν, πρίν γέ οἱ χρυσάμπυκα κούρα χαλινὸν Παλλὰς ἤνεγκ O. 13.65 δεῖξεν ὥς τʼ ἀνὰ βωμῷ θεᾶς κοιτάξατο, ὥς τέ οἱ αὐτὰ ἔπορεν δαμασίφρονα χρυσόν O. 13.76 ἔλπετο δʼ οὐκέτι οἱ (sc. τὸν Ἰάσονα) κεῖνόν γε πράξασθαι πόνον (sc. Αἰήτας. but v. πράσσω) P. 4.243
- β to some other person. πατρὶ κλυτὰν φέροισʼ ἀγγελίαν, Κλεόδαμον ὄφρʼ ἰδοῖσʼ, υἱὸν εἴπῃς ὅτι οἱ νέαν ἐστεφάνωσε χαίταν (“οἱ intellege πατρί,” Schroeder) O. 14.22 cf. P. 9.120
- d fragg. ]το οἱ ἔτει θανατο[ Pae. 22.10 ]άδις, οὕς οἱ[ (Π: οὔ σʼ οἱ vix hic aptum, nott. Snell) fr. 169. 51.
- e dub. [τί οἱ codd.: τῷ Mingarelli N. 10.15]
- 3 ἱν (= ϝιν, on analogy of τίν, cf. Hes., fr. 245 M-W.) “οὐδʼ ἀπίθησέ ἱν” (coni. Hermann: νιν codd., Σ: “parmi les solutions —, il en est une —: cʼest dʼadmettre que νιν a pu avoir la valeur dʼun datif” Des Pl.) P. 4.36 [ἱν coni. Hermann: νιν codd. N. 1.66] [εἰ γάρ σύ ἱν (coni. Maas: cf. Schadewaldt, 3221: σφιν codd.: σφισιν Tricl.) N. 7.98]
ἕ , enclitic, ἑέ: see ου.
ἕ
- Lat. se, v. sub οὗ, sui.