Κλεόνικος
Κλεόνικος, ου (ὁ) [ῑ] Kléonikos, h. Pd. I. 4, 71, etc. ; Call. Ep. 32 ||
➳ Dor. Κλεύνικος, Thcr. Idyl. 14, 13.
Étym. κλ. νίκη, cf. Νικοκλῆς.
Κλεόνῑκος grandfather of Phylakides and Pytheas of Aigina, father of Lampon.
- 1μαρνάσθω τις ἔρδων ἀμφʼ ἀέθλοισιν γενεὰν Κλεονίκου ἐκμαθών I. 5.55 τοίαισιν ὀργαῖς εὔχεται ἀντιάσαις Ἀίδαν γῆράς τε δέξασθαι πολιὸν ὁ Κλεονίκου παῖς I. 6.16