Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
Μυρτάλη
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
Μυρρινοῦντάδε
Μυρρινοῦς
Μυρρινούσιος
μυρρινών
Μύρριον
μυρρίς
μυρρίτης
μυρρίτης λίθος
μυρσεών
Μυρσίλος
μυρσίνα
μυρσινᾶτον
μυρσινᾶτος οἶνος
μυρσινέλαιον
μυρσινεών
μυρσίνη
μυρσίνινος
μυρσίνιος
μυρσινίτης
μυρσινοειδής
μυρσινοειδῶς
μυρσινόκοκκος
μύρσινος
Μύρσινος
μυρσινών
μύρσος
Μύρσος
Μύρσων
μυρτάκανθα
μυρτάκανθος
Μυρτάλη
μυρταλίς
μυρτάς
Μυρτάς
μυρτεών
μύρτη
μυρτήνη
Μυρτηνόν
μυρτία
Μυρτία
μυρτίδανον
Μυρτίλος
μυρτίλωψ
μυρτίνη
μύρτινος
Μύρτιον
μυρτίς
Μυρτίς
Μύρτις
Μυρτίσκη
μυρτίτης
μυρτίτης οἶνος
μυρτομιγής
μύρτον
μυρτοπέταλον
μυρτοπώλης
μύρτος
μυρτός
μυρτόσπληνον
Μυρτούντιον
Μύρτουσσα
…
Μυρτάλη
Save
Bailly 2024
Μυρτάλη,
ης
(
ἡ
)
[
ᾰ
] Myrtalè,
f.
Anth.
App.
224, 3 ;
Plut.
M.
401
a
,
etc.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}