Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
Μώμορος
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
μώλυσις
μωλυτής
μωλύτης
μωλυτική
μωλυτικός
μωλυτός
μωλύω
μωλωπέω
μωλωπίζω
μωλωπικός
μωλωπισμός
μώλωψ
μῶμαι
μωμαίνω
μωμάομαι
μῶμαρ
Μώμεμφις
μωμέομαι
μωμεπιρρίπτης
μωμεύω
μωμέω
μωμηλός
μώμημα
μώμησις
μωμητέον
μωμητής
μωμητικός
μωμητός
μώμιμος
Μώμιος
Μώμορος
μῶμος
Μῶμος
μωμοσκοπέω
μωμοσκόπος
μῶν
μωνιή
μωνιός
μῶνος
μῶνυξ
μώνυχες
μώνυχος
μώομαι
μωραίνω
μώρανσις
μωρεύω
μωρία
μωρίαι
μωρίζω
μώριον
μώριος
μωρίων
μωροβλάπτης
μωρόθεοι
μωρόθεος
μωροκακοήθης
μωρόκακος
μωρόκαλος
μωροκλέπτης
μωρολογέω
μωρολόγημα
…
Μώμορος
Save
Bailly 2024
Μώμορος,
ου
(
ὁ
)
Mômoros,
h.
Ps.-Plut.
Fluv.
6, 4
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}