Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
μωρίζω
μωρίζω, to be foolish
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
μωμεπιρρίπτης
μωμεύω
μωμέω
μωμηλός
μώμημα
μώμησις
μωμητέον
μωμητής
μωμητικός
μωμητός
μώμιμος
Μώμιος
Μώμορος
μῶμος
Μῶμος
μωμοσκοπέω
μωμοσκόπος
μῶν
μωνιή
μωνιός
μῶνος
μῶνυξ
μώνυχες
μώνυχος
μώομαι
μωραίνω
μώρανσις
μωρεύω
μωρία
μωρίαι
μωρίζω
μώριον
μώριος
μωρίων
μωροβλάπτης
μωρόθεοι
μωρόθεος
μωροκακοήθης
μωρόκακος
μωρόκαλος
μωροκλέπτης
μωρολογέω
μωρολόγημα
μωρολογία
μωρολόγος
μῶρον
μωρονήπιος
μωρονοέω
μωρόομαι
μωροποιέομαι
μωροποιέω
μωροποιός
μωροπόνηρος
μωρός
μῶρος
μωρόσοφος
μωρόσυκον
μωρότης
μωροφιλόσοφος
μωρόφρων
μωρόω
…
μωρίζω
Save
μωρίζω, to be foolish
LSJ
μωρίζω,
to be foolish,
Gal.
12.965.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}