Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
Νωνακριᾶτις
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
νωθρίη
νωθροκάρδιος
νωθροποιός
νωθρός
νωθρότης
νωθρώδης
νωθρῶς
νωθώδης
νωθῶς
νῶϊ
νῶι
νωΐτερος
νωίτερος
νῶκαρ
νωκαρώδης
νωκελίς
Νῶλα
Νώλανοι
νωλεμές
νωλεμέως
νῶμα
νωμάω
νωμεύς
νωμήσιμος
νώμησις
νωμητής
νωμήτωρ
νῷν
Νῶναι
νῶναι
Νωνακριᾶτις
Νώνακρις
Νώνιος
νωνυμία
νωνυμνί
νώνυμνος
νώνυμος
νωπέομαι
Νῶρα
Νῶρβα
Νωρβανός
νωρεῖ
Νωρικοί
Νώρικον
νῶροψ
νωσα
νωσάμενος
νώσασθαι
νῶσις
νωσίχολος
νωταγωγέω
νωταγωγός
νωταῖος
νωτάκμων
νωταλεύματα
νωτάρης
νωτεύς
νωτηγός
νωτιαῖος
νωτιάς
νωτιδανός
…
Νωνακριᾶτις
Save
Bailly 2024
Νωνακριᾶτις,
ιδος
[
ᾱτ
]
adj. f.
de Nonakris,
Lyc.
680
.
Étym.
Νώνακρις
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}