Ξενάρκειος
Ξενάρκειος, of Xenarkes
Ξενάρκειος, α, ον, de Xénarkès, Pd. N. 8, 20.
Étym. Ξενάρκης.
Ξενάρκειος
- 1of Xenarkes Ξενάρκειον υἱόν Aristomenes P. 8.19
Ξενάρκειος, of Xenarkes