Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
Ποπίλλιος
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ποντοπορεύω
ποντοπορέω
ποντοπορία
ποντοπόρος
Ποντοποσειδῶν
πόντος
Πόντος
ποντοστεφής
ποντοτίνακτος
ποντόφαρυξ
ποντοφάρυξ
ποντόφιν
ποντοχάρυβδις
ποντόω
πόντωσις
πονωπόνηρος
ποοφαγέω
ποοφάγος
Ποπαίδιος
ποπανεῖον
ποπάνευμα
πόπανον
ποπανοποιέω
ποπανοποιός
ποπανώδης
πόπαξ
πόπαρ
ποπάς
ποπίζω
Ποπίλιος
Ποπίλλιος
Πόπιος
Ποπλικόλας
Πόπλιος
Ποπλώνιον
πόποι
ποποί
ποποῖ
πόποπο
ποποπό
ποποποῖ
ποποποποποί
Ποππαία
ποππύζω
ποππυλιάζω
ποππυλιάσδω
ποππύσδεν
ποππύσδω
πόππυσμα
ποππυσμός
ποπώζω
πόρ
πορ
Πόρατα
πορδακός
πορδαλ
πορδάλεος
πορδαλέος
πορδαλιαγχές
πόρδαλις
πορδή
…
Ποπίλλιος
Save
Bailly 2024
Ποπίλλιος,
ου
(
ὁ
)
c. le préc.
Plut.
Cic.
48,
etc.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}