ποοφαγέω Save LSJ Bailly 2024 Pape ποο-φᾰγέω, ποο-φάγος, v. ποηφαγέω, -φάγος. ποοφαγέω-ῶ [ᾰ] c. ποηφαγέω, Arstt. H.A. 8, 3, 9. Étym. ποοφάγος. ποοφαγέω, = ποηφαγέω, Arist. H.A. 8.3.