Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
Τρώσκιος
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
τρώκτης
τρωκτικός
τρωκτίς
τρωκτός
τρωμ
τρῶμα
τρώμα
τρωματίζω
τρωματίης
τρωμάτιον
τρωματίτης
τρώμη
τρώννυμι
τρωννύω
τρώξ
τρωξαλλίς
τρώξανα
τρώξανον
Τρωξάρτης
τρώξιμος
τρῶξις
Τρῳός
Τρῶος
Τρῷος
Τρωοφθόρος
τρωοφθόρος
τρωπάω
Τρώς
τρώσῃς
τρῶσις
Τρώσκιος
τρώσκω
τρωσμός
Τρωσοβιός
τρώσω
τρωτέον
Τρώτιλον
τρωτός
τρωῦμα
τρωχάω
τρώω
τύ
Τύανα
Τυανεύς
τύβαρις
τυβηκτίς
Τῦβι
Τυβί
τυβίον
τύβιον
τύγα
τυγάνιον
τυγάτριον
τυγχάνω
τύδαι
τῦδε
Τυδείδης
Τυδεΐδης
Τυδεύς
Τυδηΐς
τυΐ
…
Τρώσκιος
Save
Bailly 2024
Τρώσκιος,
ου
(
ὁ
) =
lat.
Troscius,
n. d’h. rom.
Plut.
Parall. min.
27
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}