αὐτοκρατορία
αὐτοκρατορία, sovereignty
αὐτο-κρᾰτορία, ἡ,
- sovereignty, of the Emperors, D.C. 67.12; also αὐτοκρατορ-εία, ἡ, reign of an Emperor, PFlor. 56.13 (iii A.D.), etc.
poder absoluto ref. al emperador principado
τῆς Κλαυδίου Καίσαρος αὐτοκρατορίας
μετὰ τὴν ... Ἀντωνίνου Μεγάλου αὐτοκρατορ[εία]ν
Διὸς ... αὐτωκρατορία (sic)
• imperio por op. a realeza y tiranía
τὸ τῆς αὐτοκρατορίας ἀξίωμα
αὐτοκρατορία, ας (ἡ) [ᾰτ] pouvoir absolu, souveraineté, DC. 67, 12.
αὐτοκρατορία, ἡ, Selbstherrschaft des Kaisers, Sp.