Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
βαμβαλίζω
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
βάλσαμος
βαλσαμουργός
βαλσαμῶδες
βαλσαμώδης
βαλσαμών
Βαλτάσαρος
Βάλτη
βάλτιον
Βαλτιπάτνα
βάλτις
Βαλύρα
Βάλωμος
βαλώστιον
Βαλώστιον
βᾶμα
βαμά
βάμβα
βαμβαίνω
βαμβακεία
βαμβάκεια
βαμβακεύτρια
βαμβάκινος
βαμβάκιον
βαμβακοειδής
βάμβακος
βαμβάκτης
βαμβακύζω
βάμβαλα
βαμβαλείν
βαμβαλιαστύς
βαμβαλίζω
Βαμβαλίων
βάμβαλον
βαμβαλύζω
βαμβάλω
βάμβαξ
βαμβραδών
βαμβράσσει
Βαμβύκη
Βαμβυλεῖος
βᾶμες
βάμμα
Βαμμάλα
Βαμμόγουρα
βάν
βανά
Βανάγαρα
Βανάδασπος
Βανάθα
Βανάκη
Βαναουασεί
Βάνασα
βάνατα
Βαναυρεύς
Βαναυρίδες
Βάναυρος
βαναυσέω
βαναυσία
βαναυσικός
βαναύσιος
βαναυσοποιΐα
…
βαμβαλίζω
Save
Pape
βαμβαλίζω
, = βαμβαίνω,
B.A
. 30 ; Arist.
Probl
. 27.11 Bekker βομβυλιάζω.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}