Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
βαλώστιον
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
Βαλλιστής
βαλλίστρα
Βαλλίων
Βαλλομάριος
βάλλω
βαλλωτή
βαλμός
βαλνικάριος
Βαλόγγα
Βαλόγκα
Βάλοιον
Βαλοῖος
βαλοιτήσειρον
βαλός
Βάλσα
βαλσαμέλαιον
βαλσαμίνη
βάλσαμον
βάλσαμος
βαλσαμουργός
βαλσαμῶδες
βαλσαμώδης
βαλσαμών
Βαλτάσαρος
Βάλτη
βάλτιον
Βαλτιπάτνα
βάλτις
Βαλύρα
Βάλωμος
βαλώστιον
Βαλώστιον
βᾶμα
βαμά
βάμβα
βαμβαίνω
βαμβακεία
βαμβάκεια
βαμβακεύτρια
βαμβάκινος
βαμβάκιον
βαμβακοειδής
βάμβακος
βαμβάκτης
βαμβακύζω
βάμβαλα
βαμβαλείν
βαμβαλιαστύς
βαμβαλίζω
Βαμβαλίων
βάμβαλον
βαμβαλύζω
βαμβάλω
βάμβαξ
βαμβραδών
βαμβράσσει
Βαμβύκη
Βαμβυλεῖος
βᾶμες
βάμμα
Βαμμάλα
…
βαλώστιον
Save
LSJ
βαλώστιον, τό,
= βαλαύστιον,
PSI
5.489 (iii B. C.).
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}