βεβήλωσις
βεβήλωσις, profanation
βεβήλ-ωσις, εως, ἡ,
- profanation, LXX Le. 21.4, Ph. 1.523.
profanación
ἐν παντὶ ἀκαθάρτῳ καὶ βεβηλώσει
ἑρμηνεύεται δὲ ὅρασις βεβηλώσεως
• c. gen. subjet.
αὐτοῦ
• c. gen. obj.
τοῦ σαββάτου
βεβήλωσις, εως (ἡ) profanation, souillure, Spt. Lev. 21, 4 ; Phil. 1, 523.
Étym. βεβηλόω.
βεβήλωσις, ἡ, Entweihung, Enteiligung, LXX.