Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
βουβάλιος
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
Βοττιαία
Βοττιαιΐς
Βοττιαιίς
Βοττιαῖοι
Βοττιαῖος
Βοττική
Βοττικός
Βόττιος
Βόττων
Βότυς
Βότων
βου
βου-
βοῦα
βούα
βουαγετόν
βουαγετός
βουαγόρ
βουαγός
βουάγωρ
Βουαινίς
βουάκραι
Βουάνα
Βουάνοι
Βουάνον
βουάρχη
Βουβάκης
βουβάλειος
βουβάλια
βουβάλιον
βουβάλιος
βούβαλις
βουβαλίς
βούβαλος
Βούβαλος
βουβάρας
Βουβάρης
βούβαρις
Βουβασσός
Βουβάστεια
Βουβαστεῖον
Βουβάστια
βουβαστικά
Βουβαστικός
Βούβαστις
βούβαστις
Βουβαστίτης
Βούβαστος
βουβαύκαλα
βουβαυκαλόσαυλος
βούβελα
Βουβεντανοί
βουβῆτις
Βούβια
βουβίλιξ
Βουβολκοί
βουβόσιον
βούβοσις
βουβότας
βουβότης
βούβοτος
…
βουβάλιος
Save
Bailly 2024
βουβάλιος,
ου
(
ὁ
) concombre sauvage,
Gal.
2, 87
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}