Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
βουβωνόω
Grieks Nederlands
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
βουβῆτις
Βούβια
βουβίλιξ
Βουβολκοί
βουβόσιον
βούβοσις
βουβότας
βουβότης
βούβοτος
Βουβοῦλκοι
βουβριστή
βούβρωστις
Βούβρωστις
βουβών
Βουβών
Βουβωνεύς
βουβωνία
βουβωνιακός
βουβωνίασις
βουβωνιασκόπος
βουβωνιάω
βουβωνικός
βουβώνιον
βουβωνίσκος
βουβωνοειδής
βουβωνοκήλη
βουβωνοκήλης
βουβωνοκηλικός
βουβωνόομαι
βουβωνοφύλαξ
βουβωνόω
βουβωνώδης
βουγάϊος
βουγενής
βουγέρων
βοῦγλιν
βούγλωσσα
βούγλωσσον
βούγλωσσος
βουγονή
βουγονής
Βουγονία
Βούδαια
βουδάκη
Βούδαρον
Βούδεια
Βούδειοι
Βούδειον
Βούδειος
βουδεψήϊον
Βουδιάτης
Βουδίδαι
Βουδιεύς
Βουδῖνοι
Βούδιοι
βούδιον
βοΰδιον
Βούδιον
Βούδιος
Βουδίων
Βουδιών
…
βουβωνόω
Save
Grieks Nederlands
βουβωνόω
[βουβών] meestal med.
opzwellen
Hp.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}