βουκόλημα
βουκόλημα, a beguilement
βουκόλ-ημα, ατος, τό,
- beguilement, τῆς λύπης Babr. 136.9.
alivio
τῆς λύπης
βουκόλημα, ατος (τὸ) adoucissement, soulagement (d’un chagrin), Babr. fr. 6, p. 246 Mein.
Étym. βουκολέω.
βουκόλημα, τό, Trost, Linderung, Suid.
βουκόλημα
from βουκολέω
- a beguilement, τῆς λύπης Babr.