βραγχοειδής
βραγχοειδής, like fishes’ gills
βραγχοειδής, ές,
- like fishes’ gills, Arist. PA 684a20.
βραγχο·ειδής, ής, ές, c. βραγχιοειδής, Arstt. P.A. 4, 8, 7.
βραγχοειδής, ές, = βραγχιοειδής, Arist. part. an. 4.8.