Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
βραδύθω
DGE
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
βράγχος
βραγχός
Βράγχος
βραγχώδης
βράγχωσις
βραδ-
βρᾳδ-
βραδανίζω
Βραδάτας
βραδεῖα
βραδέως
βράδινος
βρᾴδιον
βράδιον
βράδιστος
βράδος
Βραδούας
βραδυανάφορος
βραδυβάμων
βραδυβουλία
βραδυγαμέω
βραδυγαμία
βραδύγαμος
βραδυγενής
βραδυγλωσσία
βραδύγλωσσος
βραδυγνώμων
βραδυδινής
βραδυήκοος
βραδυθάνατος
βραδύθω
βραδύκαρπος
βραδυκατάφορος
βραδυκινησία
βραδυκίνητος
βραδυκρίσιμος
βραδυλαλέω
Βράδυλλις
βραδυλογία
βραδυλόγος
βραδύλογος
βραδυμάθεια
βραδυμαθής
βραδύνοια
βραδύνοος
βραδυνός
βραδύνους
βραδύνω
βραδυπαθέω
βραδυπειθής
βραδυπεπτέω
βραδύπεπτος
βραδυπετή
βραδυπευθής
βραδυπεψία
βραδύπιστος
βραδυπλοέω
βραδυπλοΐα
βραδύπνοος
βραδυπορέω
βραδύπορος
…
βραδύθω
Save
DGE
βρᾰδύθω
• Prosodia: [-ῠ-]
moverse despacio
de cierta serpiente
, Nic.
Th
.372.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}