βρασμός
βρασμός, boiling up
- boiling up, Aët. 1.130, Hld. 5.17; fermentation, τῆς ὕλης Corn. ND 3: hence, agitation, shaking, γῆς Arist. ap. Ar.Did. Fr. 13 (pl.), Orph. H. 47.3 (pl.), Sor. 1.65; shivering as if from cold, ib. 80, Aret. SD 2.3; rigor, Gal. 7.607.
- 2 metaph., τοῦ πάθους, τῶν παθῶν, Ph. 1.306, 238.
- II = βράστης, J. BJ 1.19.4, D.C. 68.24, Phlp. in Mete. 7.23, Agath. 5.3; of a tidal wave, Id. 2.16.
1 ebullición, hervor Aq.Is.28.19, Aët.1.131, fig. del mar en un estrecho
βρασμόν τε ἴσχει τὸ ὕδωρ καὶ κῦμα φλεγμαῖνον ἐγείρει
βρασμὸν τῶν παθῶν
• fermentación
διὰ τὸ κατὰ σύγκρισιν καὶ βρασμὸν τῆς ὕλης τὴν εἰς τὰ στοιχεῖα διάκρισιν ἀποτελεῖσθαι
2 temblor, sacudida corporal
ἡ δ' ἄτομος αὐτὴ ... πρὸς ἄλλην προσπεσοῦσα βρασμὸν ... ἐποίησε
• escalofrío
ὁ πταρμὸς ... κλόνῳ καὶ βρασμῷ ... ἐπεγείρει τὴν φύσιν
β. ὡς ἀπὸ ῥίγεος
μετὰ τὸν βρασμὸν ἐκ τῆς ἀποκυήσεως βαστάζειν (τὸ βρέφος)
• temblor de tierra, terremoto en sentido vertical
τρόμοι καὶ βρασμοὶ περὶ τὴν γῆν
χθονίων βρασμῶν
βρασμοὶ γαίης
οἷον ἐπὶ ... τῶν σεισμῶν τοὺς βρασμοὺς τῆς γῆς
• del mar maremoto
ἡ θάλαττα ἐπὶ πλεῖστον ἀρθεῖσα ... τό τε μέγεθος τοῦ βρασμοῦ ἅπαντα ἔρριψε καὶ κατέβαλεν
1) das Kochen, Sieden, Medic.
2) Erschütterung, γαίης Orph. H. 46.3 ; Arist. Stob. ecl. 1 p. 628 u. Sp.