βρωμηστής
βρωμ-ηστής, οῦ, ὁ, = sq., EM 215.57; also,
- = χορτοφάγος, ibid.
rebuznador e.d. el burro, EM 215.57G., glosado como
χορτοφάγος
βρωμηστής, ὁ, EM., = βρωμητής, der Brüller, Esel, Nic. bei Ath. XV. 883c.