βρωτέος
βρωτέος, to be eaten
βρω-τέος, α, ον,
- to be eaten, Luc. Par. 9, Porph. Abst. 2.10.
- 2 βρωτέον one must eat, Muson. Fr. 18 B p.105 H.; ἀνθρώποις β. ταῦτα Porph. Abst. 2.4.
comestible, que se puede comer
ζῴα
• subst. τὸ β. lo comestible
παρασιτική ἐστιν τέχνη ποτέων καὶ βρωτέων
βρωτέος, α, ον, mangeable, Luc. Par. 9.
Étym. vb. de βιβρώσκω.