βρύγμα Save βρύγμα, a bite, gnawing LSJ Bailly 2024 βρύγ-μα, ατος, τό, a bite, gnawing, Nic. Th. 483. βρύγμα, ατος (τὸ) morsure, Nic. Th. 483. Étym. βρύκω.