Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
βρύαθμον
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
βροχεύς
βροχέως
βροχή
βροχηφόρος
βροχθίζω
βροχθισμός
βρόχθος
βροχθώδης
βροχίζω
βροχικός
βρόχιον
βροχίον
βρόχιος
βρόχιος μόρος
βροχίς
βρόχισμα
βροχισμός
βροχμός
βροχμώδης
Βρόχοι
βρόχος
βρόχυς
βρόχω
βροχώδης
βρόχωμα
βροχωτήρ
βροχωτός
βρῦ
βρύα
βρυάζω
βρύαθμον
βρυαθμόν
βρυάκτης
βρυαλιγμός
βρυαλίζων
βρυαλίκται
βρυαλίκτης
Βρυάνιον
Βρυάνιος
βρυανιῶν
Βρύαξις
βρύας
Βρύας
βρυασμός
βρυατά
βρύγδην
Βρυγηΐδες νῆσοι
Βρυγηίς
Βρυγίας
Βρύγιος
βρυγκός
βρύγμα
βρῦγμα
βρυγμός
Βρύγοι
Βρῦγοι
βρυγχός
βρυδακίζειν
βρυδαλίχα
Βρυέννιος
βρύζα
…
βρύαθμον
Save
LSJ
βρύαθ<μ>ον·
βρυασμόν,
Hsch.
, cf.
Hymn.Is.
89 (dub. sens.).
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}