βυκανιστής
βυκανιστής, trumpeter
βῡκᾰν-ιστής, οῦ, ὁ,
- = βυκανητής, Plb. 30.22.11, D.H. 4.18.
1 trompetero en el ejército, Plb.30.22.11, D.H.4.18, App.Hisp.22, Hdn.l.c.
2
βυκανισταί· †εἰκασταί
βυκανιστής, οῦ (ὁ) [ῠᾰ] c. βυκανητής, Pol. 30, 13, 11 ; DH. 4, 18.
Étym. βυκανίζω.
βυκανιστής, ὁ, = βυκανητής, Dion.Hal. 4.18 ; Pol. 30.13.11.