βωνίτης
βωνίτης, ου, Dor. -τας, ὁ,
- = βουκόλος, Call. Fr. 157, Choerob. in An.Ox. 1.184, Hsch.; but βουνιτῇσι· τοῖς βουκόλοις, Suid.
βωνίτης, = βούτης, Callim. frg. 157, l.d.