βόστρυχον Save Bailly 2024 Pape βόστρυχον, ου (τὸ) [ῠ] seul. plur. τὰ βόστρυχα, c. le suiv. Anth. 5, 260. βόστρυχον, τό, = βόστρυχος ; plur. τὰ βόστρυχα Paul.Sil. 34, 41 (V.260, VI.71).