Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
βοστρυχωδῶς
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
Βοσκύπταιχμος
βόσκω
βόσμορον
βόσμορος
Βοσόρ
Βόσπαρα
Βοσπορανοί
Βοσπορηνοί
Βοσποριανός
Βοσπόριος
Βοσπορίτης
Βοσπόριχος
βόσπορον
Βόσπορος
βόσπορος
Βόσσος
Βόστρα
Βοστρηνός
βόστρυξ
βοστρυχηδόν
βοστρυχιδῆ
βοστρυχίζω
βοστρύχιον
βοστρυχίτης
βοστρυχοειδής
βόστρυχον
βοστρυχόομαι
βόστρυχος
βοστρυχόω
βοστρυχώδης
βοστρυχωδῶς
βοστρύχωμα
βοτά
βοτάμια
βοτάνα
βοτάνη
βοτανήαρσις
βοτάνηθεν
βοτανηφάγος
βοτανηφορέω
βοτανηφόρος
βοτανία
βοτανίδιον
βοτανίζω
βοτανικός
βοτάνιον
βοτανισμός
βοτανολογέω
βοτανολογία
βοτανολόγος
βοτάνον
βοτανοτρόφος
βοτανοφαγία
βοτανοφάγιον
βοτανώδης
βότειος
βότειρα
Βοτείρας
βοτέομαι
βοτέον
βοτέω
…
βοστρυχωδῶς
Save
Bailly 2024
βοστρυχωδῶς
[
ῠ
]
adv.
en forme de boucles,
Gal.
4, 278
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}