βώμαξ
βώμαξ, ᾱκος, ὁ, ἡ,
- = βωμολόχος, Agath. 2.30, EM 199.2, Suid.
- II βῶμαξ, ᾰκος, ἡ, Dim. of βωμός, AB 85. βώμενος· βωμός, Hsch.
1 pequeño altar, altarcito Ar.Fr.801.
2 bufón Telecl.61,
βωμολόχος καὶ β.
ὁ β. ἐκεῖνος καὶ ἔμπληκτος
βώμαξ, ᾱκος, ὁ, = βωμολόχος, Sp.