γέργυρα Save LSJ DGE Bailly 2024 Pape γέργυρα, v. γόργυρα. γέργυρα v. γόργυρα. γέργυρα, ων (τὰ) ou γεργύρα, ας (ἡ) lac. c. γοργύρα ou γοργύρη, Alcm. 131. γέργυρα, ἡ, = γόργυρα, Alcm. in B.A. 233.