Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
γαλιοβραχίων
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
γαληνότης
γαληνοτρόφος
γαληνοφόρος
γαληνόω
γαληνώδης
γαληνῶς
γαλήοψις
γαληρός
Γαλήσιον
Γαλήψιος
Γαληψός
γαληψός
γάλι
γαλία
γαλιάγκων
γαλίαι
γαλιάριος
γαλιάω
Γάλιβα
γαλίβδολον
γαλιδεύς
Γαλιῆνος
Γαλικανός
Γαλιλαία
Γαλιλαῖος
Γαλιναρία
Γαλίνδαι
γαλίνη
Γαλινθιάς
γάλινθοι
γαλιοβραχίων
γάλιον
γαλιός
γαλίοψις
γάλις
γάλιψις
γαλιώνυμος
Γάλλα
γαλλάζω
Γαλλαϊκή
Γαλλαϊκὴ χώρη
γαλλαῖον
γαλλαῖος
Γαλλαῖος
γαλλαρίας
γάλλαρος
γαλλεάριος
γαλλερίας
γαλλερίδας
Γαλλήσιος
γάλλι
γάλλια
Γαλλία
γαλλιαμβικόν
γαλλιαμβικός
γαλλίαμβος
γαλλιάριος
Γαλλιενός
Γάλλικα Φλαουία
Γαλλικανός
γαλλικός
…
γαλιοβραχίων
Save
LSJ
γᾰλῐοβρᾰχίων [
χῑ
], ονος, ὁ,
= γαλιάγκων, coined by
Gal.
19.90.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}