γαλλάζω
γαλλάζω, practise cult of Cybele
γαλλάζω,
- practise cult of Cybele, Schwyzer 633.12 (Eresus, ii/i B. C.).
1 practicar el culto de Cibele
μηδὲ [γυ]ναῖκες (por -κας) γαλλάζην ἐν τῷ τεμένει
2 atormentarse
διὰ τί οὕτως γαλλάζεις δι' ἐμέ