γενέτις
γενέτ-ις, ἡ,
- fem. of γενέτης, LXX Wi. 7.12: acc. -τιν Aglaïas 10.
procreadora, progenitora
Μῆτις, πρώτη γ.
• madre
ἡ ἐρατή γ.
ref. a Esmirna madre de Adonisσοφία ... γ. τούτων
γενέτις, ιδος (ἡ) c. γενέτειρα, Spt. Sap. 7, 12.