γενεσιακός
γενεσιακός, ή, όν,
- = γενεθλιακός, ἡμέρα Vett.Val. 19.27.
del nacimiento
ἡμέρα
ὥρα
μοῖρα
• subst. τὸ γ. cumpleaños, BGU 1843.12 (I a.C.).
del nacimiento
ἡμέρα
ὥρα
μοῖρα
• subst. τὸ γ. cumpleaños, BGU 1843.12 (I a.C.).