γερανοβοτία Save Bailly 2024 Pape γερανο·βοτία, ας (ἡ) [ρᾰ] troupe de grues qui cherchent leur pâture, Plat. Pol. 264c (ms. -βωτία). Étym. γέρανος, βόσκω. γερανοβοτία, = γερανοβοσία.