Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
γονόπαις
DGE
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
γονή
γόνημα
γονής
γόνθος
γονιαῖος
γονίας
γονίας χειμών
γονίζω
γονικόθεν
γονικός
γονίλυπος
γονιμοποιός
γόνιμος
γονιμότης
γονιμώδης
γονιοι
γόνιος
Γόννοι
Γοννοκόνδυλος
γοννόρροια
Γόννος
γονοειδής
γονόεις
Γονόεσσα
Γόνοι
γόνοιον
γονοκτονέω
γονοκτονία
Γονομάνοι
γόνον
γονόπαις
γονοποιέω
γονοποιΐα
γονοποιός
γονοπώτης
γονόρροια
γονορροϊκός
γονόρροιος
γονορρυέω
γονορρυής
γόνος
γονοτύλη
Γονοῦσσα
γονόω
Γοντιάνα
γόνυ
γονυαγκών
γονυαλγής
γόνυγρον
γονυκαμψεπίκυρτος
γονυκαυσαγρύπνα
γονυκαυσάγρυπνα
γονυκλαυσάγρυπνα
γονυκλαυσάγρυπνος
γονυκλινέω
γονυκλινής
γονυκλισία
γονυκλιτέω
γονύκροτος
Γονύπεσος
γονυπετέω
…
γονόπαις
Save
DGE
γονόπαις
-δος, ὁ
hijo natural
Phot.
γ
183.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}