Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
γουναλγία
DGE
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
Γορτύνιος
Γορτυνίς
Γορτυνος
γόρτυξ
Γόρτυς
Γορύανδις
γορυνίας
γόρυνος
γόρυτος
γορφία
γορφίον
γοσσύπιον
γοσταί
γοτάν
Γοτθικός
Γότθοι
Γότθος
Γούββα
γουβενάριον
γουβερνάριον
γουβικός
γουγκία
Γοῦθος
γούλα
Γοῦλος
Γουμάρα
γοῦν
γοῦνα
γουνάζομαι
γουναλγής
γουναλγία
γουνάριος
Γούνας
γούνασι
γούνασμα
γουνασμός
γουναστικῶς
γούνατα
γούνατος
γούνεσσι
Γουνεύς
γουνιαῖος
γουνιαῖος τόπος
γούνιος
γούννα
γουνόομαι
γουνοπαγής
γουνοπαχής
γουνός
γοῦνος
γουνοῦμαι
γουνουνία
γοῦντα
γούντη
Γουραῖος
Γουράνιοι
Γούρας
Γουράσιον
γούργα
γούργαθος
Γουρζουβάθη
…
γουναλγία
Save
DGE
γουναλγία
-ας, ἡ
dolor de rodilla
Gal.14.779.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}