γραμματοδιδασκαλεῖον
γραμμᾰτο-δῐδασκᾰλεῖον, τό,
- = γραμματεῖον II, Plu. QConv. 2.712a, al.
escuela elemental
ὥστε γ. ἡμῖν γενέσθαι τὸ συμπόσιον
τὴν ... παιδικὴν ἡλικίαν παραλλάσσων ἐπέστη γραμματοδιδασκαλείῳ
γραμματοδιδασκαλεῖον, ου (τὸ) [μᾰῐκᾰ] école enfantine, Plut. M. 278e, 712a.
Étym. γραμματοδιδάσκαλος.
γραμματοδιδασκαλεῖον, τό, die Schule, Plut. Symp. 7.8.3 ; Luc.