δίχρως
δί-χρως, ων, = foreg., Arist. HA 564b24.
bicolor
τὸ δ' ᾠὸν ... τῶν ἰχθύων οὐ δ. ἀλλὰ μονόχρων
δί·χρως, ως, ων, c. les préc. Arstt. H.A. 6, 10, 3.
Étym. δίς, χρώς.
δίχρως, ων, = δίχροος, Arist. H.A. 6.10.
bicolor
τὸ δ' ᾠὸν ... τῶν ἰχθύων οὐ δ. ἀλλὰ μονόχρων