δενδριακός
δενδριακός, of a tree
δενδρ-ιακός, ή, όν,
- = δενδρικός, AP 6.22 (Zon.).
arbóreo
θῆκεν ... δενδριακὴν θυσίην
consistente en frutos
δενδριακός, ή, όν, c. δενδρικός, Anth. 6, 22.
Étym. δένδρον.
δενδριακός, = δενδρικός, Zon. 3 (VI.22) θυσίη.
δενδριακός
δένδρον
- of a tree, Anth.