Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
δενδρότης
δενδρότης, growth of trees
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
δενδρῖτις
δενδροβατέω
δενδροβάτης
Δενδρόβοσα
δενδρογάληνος
δενδρογάληνος οἶνος
δενδροέθειρα
δενδροειδής
δενδροκαρπία
δενδρόκαρπος
δενδρόκλων
δενδροκολάπτης
δενδροκόλαφος
δενδροκόμης
δενδροκομικός
δενδρόκομος
δενδροκόμος
δενδροκοπέω
δενδροκοπία
δενδροκόπιον
δενδροκόπος
δενδρολάχανα
δενδρολίβανον
δενδρολίβανος
δενδρομαλάχη
δένδρον
δενδρόομαι
δενδροπήμων
δενδρόροδον
δένδρος
δενδρότης
δενδροτομέω
δενδροτομία
δενδροτόμιον
δενδροτόμος
δενδροτρόφος
δενδροφορέω
δενδροφορία
δενδροφόρος
δενδροφυέω
δενδροφυής
δενδρόφυτος
δενδρόω
δενδρυάζω
δενδρύφιον
δενδρύω
δενδρώδης
δενδρώεις
δένδρωμα
δενδρών
δένδρωσις
δενδρώτης
δενδρῶτις
Δενδυρίτης
δένεμορ
δενέμωρ
Δενθ-
Δενθάλιοι
Δενθελῆται
Δενθιάδες
Δένθις
…
δενδρότης
Save
δενδρότης, growth of trees
LSJ
δενδρότης, ητος, ἡ,
growth of trees,
Suid.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}