δευσορούσιος
δευσορούσιος, dyed red
δευσορούσιος, α, ον, (δεύω Α, ῥοῦς)
- dyed red, prob. in PMasp. 6 ii 81 (vi A. D.).
teñido de rojo
στιχαρομαφόριον
δευσορούσιος, dyed red
teñido de rojo
στιχαρομαφόριον