διαβοστρυχόομαι
διαβοστρυχόομαι, to be curled
διαβοστρῠχόομαι, Pass.,
- to be curled, διαβεβοστρυχωμένος Archil. 162.
hacerse rizar los cabellos
διαβεβοστρυχωμένος
de cabello rizado