διαμάλαξις
διαμάλαξις, softening
διαμάλαξις [υᾰ], εως, ἡ,
- softening, Gal. 11.714.
reblandecimiento
περὶ δὲ τῶν μαλαττόντων φαρμάκων καὶ αὐτῆς τῆς διαμαλάξεως
διαμάλαξις, εως (ἡ) [μᾰ] macération, amollissement, Gal. 13, 116.
Étym. διαμαλάττω.
διαμάλαξις, ἡ, Erweichung, Gal.