διατάκτωρ
δια-τάκτωρ, ορος, ὁ,
- = -τάκτης, Orph. Fr. 54, Sch. Il. 1.16.
el que dispone, ordena
Δία καλεῖ πάντων διατάκτορα καὶ ὅλου τοῦ κόσμου
glos. a ἁρμόστωρ
διατάκτωρ, ορος (ὁ) c. διατάκτης, Damasc. (Bkk. 1362).
Étym. διατάσσω.
διατάκτωρ, ορος, ὁ, der Anordner, Schol. Il. 1.16 u. öfter.