διαφθέγγομαι
διαφθέγγομαι, utter, speak
διαφθέγγομαι,
- utter, speak, Porph. Chr. 63, al.
decir, hablar c. ac. int.
σπουδαῖά τινα καὶ σοφὰ ... πρὸς Πιλᾶτον
(τὸν λόγον)
ἀνόητα
διαφθέγγομαι, utter, speak
decir, hablar c. ac. int.
σπουδαῖά τινα καὶ σοφὰ ... πρὸς Πιλᾶτον
(τὸν λόγον)
ἀνόητα